«Οι φίλοι μου αποδείχθηκαν κατάσκοποι της Στάζι»

27

Τριάντα χρόνια μετά την πτώση του Τείχους μια Γερμανίδα που έζησε και στις δύο πλευρές μιλάει για τις εμπειρίες της και τις αποκαλύψεις που έφερε η διάλυση της Ανατολικής Γερμανίας

Ήταν 9 Νοεμβρίου του 1989 όταν ο εκπρόσωπος του καθεστώτος της Ανατολικής Γερμανίας, Γκίντερ Σαμπόφσκι ουσιαστικά γκρέμισε το Τείχος του Βερολίνου. Αφού ανακοίνωσε τις αποφάσεις του Πολιτικού Γραφείου ρωτήθηκε από τον δημοσιογράφο Ρικάντο Έχρμαν αν θα ισχύσουν άμεσα. “Απ’ όσο γνωρίζω η ισχύ τους είναι άμεση, χωρίς καθυστέρηση” απάντησε ο Σαμπόφσκι και ουσιαστικά σφράγισε το πιστοποιητικό θανάτου της Ανατολικής Γερμανίας.

Η Φάνι Μέλε παρακολουθούσε τα γεγονότα από την τηλεόραση της σε ένα διαμέρισμα στη δυτική πλευρά του Βερολίνου. Είχε καταφέρει να περάσει το Τείχος από το 1985. Η πτώση του σήμαινε και την επανένωση με την οικογένεια της αλλά θα έφερνε και μεγάλες αποκαλύψεις για τη ζωή της.

Η Μέλε έγραψε για τα πως βίωσε τις ιστορικές εκείνες μέρες αλλά και τα όσα ακολούθησαν.

Αναλυτικά το κείμενο της:

“Ζω στο Βερολίνο εδώ και 30 χρόνια αλλά δεν έχω πάει ποτέ κοντά στο Τείχος ή σε ό,τι έχει απομείνει από αυτό. Πέρασα τόσο χρόνο προσπαθώντας να ξεφύγω από αυτό και δεν αντέχω να είμαι κοντά του. Όπως οι περισσότεροι κάτοικοι του Δυτικού Βερολίνου εκείνη τη νύχτα του Νοεμβρίου του 1989 καθόμουν μόνη στο σπίτι μου και έβλεπα στην τηλεόραση του Ανατολικογερμανούς να πλημμυρίζουν τις πύλες

στην Bornholmer Straße.

Ένιωθα, εκείνη τη στιγμή, γλυκόπικρα. Είχα καταφέρει να ξεφύγω από την Ανατολή το 1985 αφήνοντας πίσω οικογένεια και φίλους. Το Τείχος έπεσε μόλις τέσσερα χρόνια μετά και προκάλεσε αποκαλύψεις για τη ζωή μου στην Ανατολική Γερμανία.

Μεγάλωσα στην πόλη Τσέμνιτζ (Τότε Καρλ Μαρξ Σταντ – νότια του Βερολίνου) και στην ηλικία των 28 πήρα άδεια να φύγω. Η Ανατολική Γερμανία είχε υπογράψει τη συμφωνία του Ελσίνκι που θεωρητικά έδινε τη δυνατότητα στους πολίτες της να κάνουν αίτηση για να μεταναστεύσουν στη Δύση.

Στην πραγματικότητα ήταν μια βασανιστική και αδιαφανής διαδικασία. Πήγαινες και κατέθετες την αίτηση αυτοπροσώπως η οποία συνήθως απορριπτόταν χωρίς εξήγηση.

Από την πρώτη στιγμή που έκανες αίτηση έμπαινες στη μαύρη λίστα του Κόμματος (SED). Ήταν πλέον δύσκολο να βρεις δουλειά ή διαμέρισμα. Μετά από χρόνια προσπάθειας ίσως τελικά σου δινόταν η έγκριση. Σου ανακοινωνόταν ξαφνικά και είχε τέσσερις εβδομάδες να αποχωρήσεις.

Στις 6 Δεκεμβρίου 1985 οι γονείς μου με πήγαν, μαζί με τον τότε σύζυγο μου, στον σταθμό Friedrichstraße Station. Το τρένο περνούσε μέσα από το Τείχος και είχε σταθμό και στα δυτικά.

Οι γονείς μου ήταν πολύ πολιτικοποιημένοι, και οι δύο μέλη του Κόμματος. O πατέρας μας διευθυντής σε σχολείο και η μητέρα μου δακτυλογράφος στο τμήμα γεωργίας. Ήταν αφοσιωμένοι στην Ανατολική Γερμανία και δεν μπορούσαν να κατανοήσουν γιατί έφευγα. Τους ράγισε την καρδιά.

Μας άφησαν σε ένα χολ στο σταθμό τον οποίο ονομάζαμε “Το παλάτι των δακρύων”. Σε ένα στενό διάδρομο οι αρχές μου πήραν όλα τα έγγραφα μου. Πλέον δεν ανήκα πουθενά και ήμουν ελεύθερη να φύγω.

Ένα λευκό κενό στους χάρτες

Ως καλλιτέχνες στην Ανατολή εγώ και ο πρώην σύζυγος μας δεν μπορούσαμε να εκθέσουμε ή να εκδώσουμε το έργο μας. Βρισκόμασταν υπό συνεχή παρακολούθηση. Δεν γνωρίζαμε τίποτα για το Δυτικό Βερολίνο. Ακόμα και στους χάρτες που είχαμε εκεί που βρισκόταν η δυτική πλευρά της πόλης υπήρχε ένα λευκό κενό.

Φτάσαμε στο δυτικό τμήμα και περπατήσαμε στην πόλη, έρχονταν Χριστούγεννα και ήταν στολισμένη. Δεν κοιμήθηκα καθόλου το πρώτο βράδυ. Για μήνες στη συνέχεια είχε τον ίδιο εφιάλτη. Έβλεπα ότι επισκεπτόμουν τους γονείς μου στην πόλη μου και όταν γύριζα να πάρω το τρένο η πύλη του σταθμού ήταν κλειδωμένη.

Στη Δύση συνάντησα όμορφα πράγματα ειδικά σχετικά με την τέχνη μου. Είχα την ελευθερία να ζωγραφίζω και να σχεδιάζω. Είχα πλέον πρόσβαση σε κανονικούς καλλιτέχνες και υλικά. Δεν χρειαζόταν πλέον να ζωγραφίζω σε ένα παλιό σεντόνι τεντωμένο πάνω στο κρεβάτι. Υπήρχαν όμως και πράγματα τα οποία με δυσκόλεψαν.

Οι άνθρωποι μου φαίνονταν τόσο σφιγμένοι. Στην Ανατολή σχεδόν κανείς δεν είχε τηλέφωνο. Αν ήθελες να μιλήσεις με κάποιον απλά πήγαινες στο διαμέρισμα του. Κάποιες φορές φίλοι σου χτυπούσαν την πόρτα στις τρεις το πρωί και εσύ ντυνόσουν και έβγαινες έξω μαζί τους για ένα ποτό.

Επίσης δεν είχα ποτέ βιώσει σεξισμό στην Ανατολική Γερμανία. Όταν όμως πήγα στην πρώτη μου συνέντευξη για δουλειά στο Δυτικό Βερολίνο, για διακοσμήτρια βιτρινών, μου είπαν ότι τους άρεσα αλλά ήμουν 28 και μάλλον θα έμενα έγκυος σύντομα. Έτσι προτίμησαν έναν άντρα. Μου πήρε έναν μήνα να βρω δουλειά.

Ένας φίλος μου χτύπησε την πόρτα

Παρότι ήμασταν ελεύθεροι η Στάζι συνέχιζε να μας παρακολουθεί. Ανακάλυψα ότι είχαν βάλει κοριό στο τηλέφωνό της οικογένειας μου και κατέγραφαν κάθε τηλεφώνημα που έκανα. Κάποια στιγμή ένας παλιός φίλος από την πόλη μου στην Ανατολή μου χτύπησε την πόρτα. Μου είπε ότι είχε πάρει άδεια να επισκεφθεί την βιβλιοθήκη στο Δυτικό Βερολίνο και μου ζήτησε δέκα μάρκα. Τελικά αποδείχθηκε ότι δούλευε για την Στάζι και ήθελε να τσεκάρει εμένα και τον σύζυγο μου.

Δεν κάναμε κάτι ύποπτο αλλά στην Ανατολική Γερμανία δεν χρειαζόταν να κάνεις πολλά για να προσελκύσεις την προσοχή της μυστικής αστυνομίας.

Με την πτώση του Τείχους είχα τη μεγαλύτερη ευκαιρία να δω ξανά την οικογένεια μου. Η νύφη μου ήρθε και με επισκέφθηκε στο Δυτικό Βερολίνο και απογοητεύτηκε από τον τρόπο ζωής μας. Με ρωτούσε που είναι το βίντεο μας; Γιατί δεν είναι γεμάτες οι ντουλάπες μου. Ήμουν όμως διακοσμήτρια και καλλιτέχνης και κέρδιζα πολύ λίγα.

Ταξίδεψα στην πόλη μου για να επισκεφθώ τους γονείς μου. Η μητέρα μου ήταν πολύ άρρωστη. Ήταν ακόμα λυπημένοι που έφυγα αλλά μιλήσαμε για όλα. Το καλύτερο σημείο που καταφέραμε να φτάσουμε είναι να αποδεχθούμε απρόθυμα πως ούτε η Ανατολή, ούτε η Δύση είναι τέλειες.

Πληροφοριοδότες…

Η πτώση του Τείχους σήμαινε επίσης ότι άνοιξαν τα αρχεία της Στάζι. Μπορούσα να καταθέσω αίτηση για να δω όλα τα αρχεία που υπήρχαν για εμένα. Ήμουν μέλος ενός κύκλου καλλιτεχνών στην Ανατολή. Έκανα την πρώτη μου έκθεση σε ένα τοπικό Κέντρο Νεότητας και πουλήθηκαν όλα τα έργα. Τα αρχεία όμως έδειξαν ότι η Στάζι είχε πληρώσει τον διευθυντή του Κέντρου για να αγοράζει όλα τα σκίτσα. Ήθελαν να κρατήσουν τον κύκλο μας ενωμένο ώστε να συνεχίζουν να μας κατασκοπεύουν. Ήλπιζαν ότι μέσα από τις συναντήσεις και τις εκδόσεις μας θα βρουν κάτι πολύ επιβαρυντικό για έναν από εμάς.

Ήμουν συντετριμμένη αλλά αυτό που πραγματικά που ράγισε την καρδιά είναι το πόσοι φίλοι μου, καλλιτέχνες και μη, είχαν δώσει πληροφορίες για εμένα. Έκοψα τις επαφές με όλους όσους μας είχαν προδώσει.

Τριάντα χρόνια μετά το Βερολίνο ακόμα αλλάζει τόσο γρήγορα και μερικές φορές αναρωτιέμαι για πόσο θα μπορώ να έχω ένα μέρος εδώ. Ζω όμως στη Δύση για περισσότερο έζησα στην Ανατολή και πλέον δεν νιώθω Ανατολικογερμανίδα. Υποθέτω ότι πλέον νιώθω ως Δυτικοβερολινέζα”