Πώς μπορούν να απαντήσουν οι Γερμανοί αν γίνει κατάσχεση περιουσίας τους στην Ελλάδα

Η Ελλάδα απειλεί να κατάσχει γερμανική περιουσία έναντι πολεμικών αποζημιώσεων. Πώς απαντούν οι Γερμανοί στο δίκαιο αίτημα μας και τι κρατά δεμένα τα χέρια της ελληνικής κυβέρνησης ενόψει νέων διαπραγματεύσεων. Πόσο πιθανό είναι να γίνει τελικά δήμευση

“Θέλω να εκφράσω την προσωπική μου θέση ως υπουργού της Δικαιοσύνης. Συγχωρέστε μου τον πρωτοπρόσωπο λόγο. Οφείλεται στο ότι η πολιτική δικονομία αναθέτει μια απόφαση στον υπουργό της Δικαιοσύνης. Έχω τη γνώμη ότι η απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου που έκρινε ότι υπάρχει ετεροδικία και επομένως ασυλία του εναγόμενου γερμανικού κράτους δεν αναιρεί την εκτελεστότητα της Αρεοπαγιτικής απόφασης του έτους 2000 διότι δεν αφορά την ίδια υπόθεση. Η απόφαση του Αρείου Πάγου παραμένει εκτελεστή και προσωπικά είμαι έτοιμος να δώσω την άδεια για την εκτέλεσή της”.

Τα παραπάνω είχε πει ο υπουργός Δικαιοσύνης Νίκος Παρασκευόπουλος κατά την πολύωρη συζήτηση που διεξήχθη στην Ολομέλεια.

“Το χρόνο για την εκτέλεση αυτής της επίσπευσης αυτής της διαδικασίας, βεβαίως θα τον εξαρτήσω, ενόψει και της νομικής πολυπλοκότητας του θέματος αλλά και των εθνικών του διαστάσεων, και από την πολιτική διαπραγμάτευση που θα επιχειρήσει η κυβέρνηση και από τη γνώμη της Βουλής”, πρόσθεσε, ανοίγοντας το κουτί της Πανδώρας για τη διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων για τα εγκλήματα των Ναζί στο Δίστομο.

Σε συνέντευξη του στον ΑΝΤ1, ο υπουργός Δικαιοσύνης άφησε αιχμές κατά των προηγούμενων υπουργών Δικαιοσύνης που δεν προχώρησαν το θέμα, ενώ υπογράμμισε ότι πιθανότατα θα υπάρξει διαπραγμάτευση με τη Γερμανία για τις αποζημιώσεις.

“Προηγούμενοι υπουργοί Δικαιοσύνης είτε σιωπηλά είτε με κάποιο σκεπτικό το οποίο τυχαίνει εγώ να μην συμφωνώ, είχαν αρνηθεί να δώσουν την άδεια. Εγώ πιστεύω ότι η άδεια αυτή πρέπει να δοθεί, είμαι έτοιμος να την δώσω. Η άδεια αφορά εκτέλεση της δικαστικής απόφασης στο ελληνικό έδαφος. Βεβαίως, υπάρχουν νομικές περιπλοκές σε ό,τι αφορά την πραγματοποίηση σε συνέχεια της εκτέλεσης. Θα περιμένω να λυθούν τα ζητήματα αυτά, καθώς και να υπάρξει πιθανώς μία διαπραγμάτευση με τη Γερμανία σε ό,τι αφορά, ειδικά, το θέμα της αποζημίωσης”.

Πού βασίζεται όμως η διεκδίκηση; Σύμφωνα με την 137/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, επιδικάστηκαν 28 εκατομμύρια ευρώ στους συγγενείς των θυμάτων του Διστόμου.

Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη με την 11/2000 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε αίτηση αναίρεσης του Γερμανικού Κράτους. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 923 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας η “αναγκαστική εκτέλεση κατά αλλοδαπού δημοσίου δεν μπορεί να γίνει χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργού της Δικαιοσύνης”.

Ανάλογη απόφαση είχε πάρει και η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ το 2000.

Ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης είχε υπογράψει την σχετική απόφαση του Αρείου Πάγου με αποτέλεσμα δικαστική κλητήρας να εμφανιστεί στο γερμανικό Ινστιτούτο Γκαίτε των Αθηνών, προκειμένου να εκτελέσει την δικαστική  απόφαση του Αρείου Πάγου. Ωστόσο, λίγες ημέρες μετά και κατόπιν την απόφασης της Γερμανίας να εγκρίνει την ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ, η τότε κυβέρνηση άλλαξε άποψη και ο υπουργός Δικαιοσύνης απέσυρε την απόφαση για αναγκαστική εκτέλεση.

 

Η γερμανική απάντηση

“Σε περίπτωση που πραγματοποιηθούν ελληνικές επιθέσεις εναντίον γερμανικής ιδιοκτησίας, η Γερμανία θα ξέρει να αμυνθεί” δήλωσε ο εκπρόσωπος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας των Βαυαρών Χριστιανοκοινωνιστών (CSU) για δημοσιονομικά θέματα Χανς Μίχελμπαχ, αναφερόμενος στις δηλώσεις του υπουργού Δικαιοσύνης Νίκου Παρασκευόπουλου, για αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης για το Δίστομο.

Ο κ. Μίχελμπαχ χαρακτήρισε “άθλια” και “άμετρη” την κριτική που άσκησε ο υπουργός Επικρατείας Νίκος Παππάς, στον υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, συμπληρώνοντας πως “το κακό στιλ έχει γίνει σήμα κατατεθέν της κυβέρνησης Τσίπρα”.

Επιπρόσθετα, ο Γερμανός πολιτικός τόνισε ότι “το θέμα για τις πολεμικές αποζημιώσεις έχει διευθετηθεί ήδη από τη δεκαετία του ’50” μιλώντας στην ηλεκτρονική έκδοση της Handelsblatt.

“Αντί να εφευρίσκει όλο και καινούργιες λεκτικές προσβολές και να γυαλίζει εκ νέου εικόνες εχθρών, η κυβέρνηση Τσίπρα θα έπρεπε καλύτερα να συγκεντρώσει την ενέργειά της σε μια θεμελιώδη μεταρρύθμιση της χώρας”, σημειώνει ο κ. Μίχελμπαχ.

Καταλήγοντας ο Γερμανός ανέφερε ότι:

“Η κυβέρνηση Τσίπρα δείχνει με την κάθε μέρα που βρίσκεται στην εξουσία ότι δεν είναι κατάλληλη για την Ευρώπη. Ως τώρα, η Αθήνα δεν προσέφερε ούτε μια χρήσιμη ιδέα για το πώς η Ελλάδα θα βγει από αυτή την κατάσταση. Μάλλον δεν έχει και καμία (ιδέα) η κυβέρνηση. Αντ’ αυτού αναζητούνται όλο και νέοι ένοχοι”.

 

Ανοιχτό ακόμα το θέμα

Υπό τις παρούσες συνθήκες και με δεδομένη την ένταση στις σχέσεις μεταξύ Βερολίνου και Αθήνας, είναι η κατάλληλη χρονική συγκυρία για να επαναδιατυπωθεί το ελληνικό αίτημα;

Ο Γερμανός δημοσιογράφος και ειδήμων σε ελληνικά ζητήματα Έμπερχαρντ Ρόντχολτς αναλύει στην Deutsche Welle:

“Είναι μια καλή ερώτηση. Πρόκειται όμως για ένα θέμα το οποίο θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Όταν η μια πλευρά λέει συνεχώς ότι δεν μιλάμε γι΄ αυτό, αυτό δεν σημαίνει ότι το θέμα θεωρείται λήξαν. Είναι αυτονόητο να υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις μεταξύ πιστωτών και οφειλετών. Θα ήταν όμως προτιμότερο να έχει διαπραγματευτεί η γερμανική πλευρά με την ελληνική, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, παρά να υποστηρίζει συνεχώς ότι το θέμα θεωρείται λήξαν λόγω παρέλευσης χρόνου. Αυτό δεν ισχύει νομικά. Το θέμα θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο της πολιτικής σκακιέρας και όχι των δικαστηρίων, όπου βρισκόταν επί χρόνια, αν όχι δεκαετίες. Το θέμα έχει απασχολήσει ήδη 15 δικαστήρια, μέχρι και τη Χάγη”.

Το ερώτημα βέβαια τώρα είναι πώς θα αντιδράσει η γερμανική κυβέρνηση.

“Δυστυχώς το ερώτημα θα μας απασχολήσει καιρό ακόμη εάν δεν γίνουν επιτέλους συνομιλίες και εάν δεν υπάρξουν διαπραγματεύσεις. Ίσως να οδηγήσει σε αυτό η χθεσινή συνεδρίαση στην ελληνική Βουλή. Αλλά δεν γνωρίζω πώς θα αντιδράσει το Βερολίνο”.

Ακόμα όμως κι αν όντως έχει διευθετηθεί δια της μη διεκδίκησης στο παρελθόν το θέμα των πολεμικών αποζημιώσεων, ο Ρόντχολτς παρατηρεί:

“Είναι καταρχήν σωστό να γίνεται σαφής διαχωρισμός μεταξύ του αιτήματος για καταβολή πολεμικών επανορθώσεων και της επιστροφής ενός δανείου που δεν σχετίζεται διόλου με τις επανορθώσεις και το οποίο κρίνεται δίκαιο από όλους τους σοβαρούς διεθνολόγους”.

Οι εκτιμήσεις του χρέους

Όπως είναι γνωστό, η Ελλάδα δεν έλαβε ποτέ αποζημιώσεις, ούτε για το κατοχικό δάνειο, ούτε για τα δεινά που υπέστη κατά την διάρκεια της ναζιστικής κατοχής. Η τελευταία έκθεση της επιτροπής εμπειρογνωμόνων, βασίζεται σε 761 τόμους από αρχειακό υλικό, μεταξύ αυτών συμφωνίες, νομοθετικά κείμενα και δικαστικές αποφάσεις.

Υπολογίζεται ότι η Γερμανία χρωστά στην Ελλάδα 108 δις ευρώ για την ανοικοδόμηση κατεστραμμένων υποδομών και 54 δις για το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο.

Το συνολικό ποσό των 162 δις ευρώ αντιστοιχεί στο 80% του σημερινού ΑΕΠ και σε περίπτωση που θα καταβάλλονταν θα κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος του δημόσιου χρέους της χώρας.

 

Τα νομικά προβλήματα

Νομική πηγή που προτίμησε να διατηρήσει την ανωνυμία της, μας είπε:

“Η Γερμανία μπορεί να προβάλλει αντιρρήσεις στα ελληνικά δικαστήρια, ενώ ακολούθως μπορεί να προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Εκεί μπορεί να επικαλεστεί ότι η Ελλάδα παραβίασε το Διεθνές Δίκαιο, επιτρέποντας την κατάσχεση της περιουσίας του γερμανικού δημοσίου, διότι το διεθνές δίκαιο παρέχει ετεροδικία στο γερμανικό δημόσιο και επομένως μπορεί να αποφανθεί ότι η ελληνική δικαιοσύνη κακώς αποφάσισε την κατάσχεση.

Με βάση τη νομική ορολογία, ο όρος ετεροδικία σημαίνει ότι τα δικαστήρια ενός κράτους δεν μπορούν να δικάζουν κάποιο άλλο κράτος, όταν το ξένο κράτος ενάγεται δεδομένου ότι πρόκειται για κυρίαρχο κράτος. Εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση που το ίδιο το θελήσει και επομένως πρέπει να ζητήσει το ελληνικό δημόσιο ότι αξιώσεις έχει από τα γερμανικά δικαστήρια”.

 

Πώς μπορούν πρακτικά να απαντήσουν οι Γερμανοί

Αξίζει πάντως να σημειωθεί πως ακόμα και αν καταβληθούν οι αποζημιώσεις υπέρ της Ελλάδας για το Δίστομο, η Γερμανία φέτος θα έχει κέρδη από την Ελλάδα και μέσω της παραχώρησης 14 περιφερειακών αεροδρομίων στην ημιδημόσια εταιρεία Fraport. Και αυτό είναι μόνο ένα μικρό κομμάτι της πίτας των κερδών από τα εδάφη μας.

Επίσης, σε περίπτωση που η κυβέρνηση προχωρήσει σε δήμευση γερμανικής περιουσίας, τότε οι Γερμανοί μπορούν να απαντήσουν με ανάλογες κινήσεις εντός Ελλάδας μέσω πολιτικής πίεσης και εκβιασμών.

Σε καμία περίπτωση πάντως δεν μπορεί να δημευθεί δημόσια περιουσία ακόμα κι αν έχει υποθηκευτεί. Τι μπορεί να γίνει;

Στις μέχρι σήμερα υπογεγραμμένες συμβάσεις (μνημόνια) με τους δανειστές υπάρχει ο όρος σύμφωνα με τον οποίο οι δανειστές έχουν δικαίωμα κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας, σε περίπτωση που υπάρχουν οφειλές. Μέχρι σήμερα, δεν υπάρχει προηγούμενο εφαρμογής ενώ δεν μιλάμε για “δημόσια περιουσία του Δημοσίου”.

Ο πρώην υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης, Αντώνης Μανιτάκης, σε παλαιότερο άρθρο του στην “Καθημερινή”, είχε γράψει ότι “στο Μνημόνιο, η δημόσια περιουσία του Δημοσίου εξαιρείται από ενδεχόμενη υποθήκευση, κατάσχεση ή αναγκαστική εκτέλεση. Δηλαδή, τα εκτός συναλλαγής πράγματα, τα πολιτιστικά μας αγαθά, όπως μνημεία ή έργα τέχνης, που ανήκουν στην πολιτιστική μας κληρονομιά, τα κοινόχρηστα πράγματα, όπως ο αιγιαλός ή τα δημόσια κτίρια και γενικά ό, τι υπάγεται σε αυτό, που οι Γάλλοι και οι Βέλγοι αποκαλούν domaine public, δεν υπόκειται σε υποθήκευση ή κατάσχεση”.

Επί της ουσίας ο μνημονιακός όρος  που υπέγραψαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις, εξασφαλίζει το ότι θα παραχωρούνται δημόσια κτίρια προς “αξιοποίηση” από τους δανειστές για την αποπληρωμή του χρέους. Κάτι που ήταν μέχρι τώρα σχεδόν απαίτηση των δανειστών μας.  Όλα αυτά, σε περίπτωση αθέτησης βέβαια των όρων του μνημονίου και αδυναμίας αποπληρωμής με άλλο τρόπο.

Οι αποζημιώσεις δεν μπορούν να συνδέονται με τη δανειακή σύμβαση, όπως μας ανέφερε η ίδια νομική πηγή, ωστόσο από τη στιγμή που το όλο παιχνίδι γίνεται διπλωματικό, όλες οι πιέσεις είναι πιθανές δεδομένου ότι οι Γερμανοί δεν έχουν δείξει πρόθεση να χαλαρώσουν την στάση τους στο δεδομένο και συμφωνημένο πλαίσιο που βρισκόμαστε τώρα.

Εν κατακλείδι, τα παραπάνω εξηγούν τις γερμανικές αιτιάσεις που διατυπώθηκαν από το Βερολίνο ως “σκληρή απάντηση” για την επόμενη μέρα και υπογραμμίζουν τη δυσκολία του δίκαιου μεν, πολύ λεπτού δε εγχειρήματος της ελληνικής κυβέρνησης το οποίο πρέπει να υλοποιηθεί δια της διαπραγματευτικής οδού.

Εξηγούν επίσης, γιατί οι Γερμανοί εμμένουν στο να παραμείνουμε στο “παρόν πρόγραμμα” ή μάλλον αυτός, είναι ένας ακόμα λόγος.

Το θέμα του Διστόμου σωστά θίγεται, ωστόσο λόγω της συγκυρίας ανάγεται σε κορωνίδα της πολιτικής κόντρας Αθήνας και Βερολίνου.